Ομιλία του Προέδρου της Επιτροπής Κατεχόμενων Δήμων και Δημάρχου Αμμοχώστου, κ. Αλέξη Γαλανού, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2016 για τη μαύρη επέτειο της τουρκικής εισβολής

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Συμπληρώνονται φέτος 42 χρόνια από τον μαύρο Ιούλη του ’74 όταν άφρονες και παράφρονες έσπρωξαν την Κύπρο στην μεγαλύτερη τραγωδία της νεότερης ιστορίας της, ανοίγοντας την κερκόπορτα για την εισβολή της Τουρκίας και, μέχρι σήμερα, την κατοχή της μισής επικράτειας του νησιού. 

Αν σήμερα κοιτάξουμε πίσω μας, στα 42 αυτά χρόνια, θα δούμε εμείς που τα ζήσαμε, τις ασπρόμαυρες εικόνες των ημερών της εισβολής που άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους. Ανθρώπους που έδωσαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, αδικοχαμένους στη λαίλαπα της βάναυσης τουρκικής εισβολής που ακολούθησε το προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου.

Στα 42 αυτά χρόνια, θα δούμε τις 160 χιλιάδες πρόσφυγες που ξεσπιτώθηκαν από τις ρίζες τους, να φεύγουν ένας μετά τον άλλο, χωρίς τη δικαίωση της επιστροφής. Λιγότεροι από το ένα τέταρτο είναι πια στη ζωή, κι αυτοί με καθαρές μνήμες και βιώματα από τους τόπους τους, σήμερα, άνω των πενήντα ετών.

Στα 42 χρόνια που πέρασαν, δύο γενιές Κυπρίων γεννήθηκαν χωρίς ελεύθερη πατρίδα. Και μεγαλώνουν μέσα σε ένα κραυγαλέο αναχρονισμό για την Ευρώπη, μια μοιρασμένη χώρα, με κατοχικά στρατεύματα και οδοφράγματα και ένα παραλλήρισμα από άναθρες κραυγές πολιτευτών και πολιτικάντηδων που δεν βρίσκουν ακόμα την ελάχιστη κοινή συνισταμένη για να παλέψουν μονιασμένοι για τον κοινό σκοπό: την επίλυση του Κυπριακού στη συμφωνημένη από τον Μακάριο βάση της Ομοσπονδίας με το μέγα επίτευγμα της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σκέφτομαι ιδιαίτερα τα παιδιά που τώρα μεγαλώνουν, τα δικά μας παιδιά και εγγόνια που δεν έχουν ούτε τις μνήμες αλλά ούτε και την προσωπική επαφή και τα βιώματα με τους κατεχόμενους τόπους. Νιώθω τα αισθήματά τους όταν δεν μπορούν να επαναλάβουν τυπικά το «Δεν Ξεχνώ», αλλά και την αβεβαιότητά τους για το παρόν και το μέλλον τους, όταν κοιτάζουν γύρω τους και βλέπουν την παρακμή της πολιτείας που τους κληροδοτούμε.

Σκέφτομαι τα χρόνια που πέρασαν από το ’74 και μετά όταν βρέθηκα ο ίδιος στην προμετωπίδα της μάχιμης πολιτικής ως νεαρός Αμμοχωστιανός βουλευτής και εν συνεχεία Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Τη μεγάλη προσπάθεια του κυπριακού λαού να σταθεί στα πόδια του, τον διεθνή αγώνα για να αντισταθούμε στις μεθοδεύσεις της Άγκυρας και του Ντενκτάς για αναγνώριση του Ψευδοκράτους και μετατροπή της ντε φάκτο διχοτόμησης, σε οριστικό de jure για μοιρασμό της Κύπρου σε δύο κράτη. Θυμούμαι ακόμα τα πρώτα μας βήματα – τότε ήμουν Αντιπρόεδρος και Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΔΗΚΟ και αργότερα Πρόεδρος της Βουλής – να βάλουμε την Κύπρο στον δρόμο της ένταξης στην ΕΟΚ και αργότερα της Ευρώπης και να αξιοποιήσουμε την πορεία αυτή, για να κάμψουμε την τουρκική αδιαλλαξία.

Σήμερα ως Δήμαρχος Αμμοχώστου, απελευθερωμένος για χρόνια από τη στενή κομματική πολιτική, στέκω κριτικά και αυτοκριτικά, απέναντι σε όλους και τον εαυτό μου. Είμαι βέβαιος ότι μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα μονιασμένοι, μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε περισσότερο τις ευκαιρίες και τον διεθνή παράγοντα, μπορούσαμε να δουλέψουμε καλύτερα, αν είχαμε απαλλαγεί από το σαράκι που μαστίζει τον Ελληνισμό, την μεταξύ μας διχόνοια, το πείσμα και τις προσωπικές φιλοδοξίες και τα αλληλένδετα συμπλέγματα κατωτερότητας και αλαζονείας. Γιατί ο Ελληνισμός ανέδειξε σπουδαίους όπως τον Περικλή τον Αθηναίο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο και άλλους, αλλά δίπλα τους υπήρχαν πάντα οι λαϊκιστές και μωροφιλόδοξοι, ο άμυαλος Αλκιβιάδης και οι ανεγκέφαλοι Κωνσταντινικοί όπως και κάποιοι πιο πρόσφατοι!

Θα σταθώ στο σήμερα, που καθορίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία της προσπάθειας για την επίλυση του Κυπριακού. Μιλώ βεβαίως για τη σκληρή διαπραγμάτευση που διεξάγεται για περισσότερο από ένα χρόνο, ανάμεσα στον πρόεδρο Αναστασιάδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί αφενός, και αφετέρου ανάμεσα στην Κύπρο και την Τουρκία που παραμένει η δύναμη που κατέχει, η δύναμη που έχει τον τελευταίο λόγο.

Σε αυτό το σημείο, να μου επιτρέψετε να εκφράσω κάποιες σκέψεις και απόψεις και να κάνω μια εκτίμηση της σημερινής κατάστασης.

Δεν νομίζω να είμαστε πολλοί που να συμμεριζόμαστε πραγματικά την αισιοδοξία ότι είμαστε στα πρόθυρα λύσης του Κυπριακού.

Παρά τις καλές διαπροσωπικές σχέσεις και χημεία μεταξύ του Προέδρου Αναστασιάδη και του κ. Ακκιντζί, και παρά κάποιες επαναπροσεγγιστικές προσπάθειες, η τουρκική πλευρά και ιδιαίτερα η Τουρκία παρουσιάζεται σκληρή και αδιάλλακτη. Τα ωραία λόγια δεν συνάδουν με πράξεις και νέα τετελεσμένα. 

Παραδείγματος χάρη:

  1. Η προτεραιότητα της Αμμοχώστου δεν βρίσκεται στο προσκήνιο και ακόμα και κάτι τόσο απλό όσο η είσοδος διεθνών εμπειρογνωμόνων με βάση τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για να προβούν σε μελέτη ανοικοδόμησης δεν συζητείται καν από τον κ. Ακκιντζί ή συνδέεται με άνοιγμα του αεροδρομίου Τύμπου υπό συνθήκες αναγνώρισης του τουρκοκυπριακού μορφώματος.
  2. Προβαίνουν σε νέα τετελεσμένα όσον αφορά τη Μόρφου για να μεταφέρουν ψυχολογικά το μήνυμα ότι δεν προτίθενται να την επστρέψουν.
  3. Καθιστούν ολοένα και δυσκολότερη τη λειτουργία Ελληνοκυπριακών εκκλησιών στα κατεχόμενα και δίδουν την εντύπωση ότι αυτές οι λειτουργίες είναι παραχώρηση κατακτητή προς υπόδουλο λαό.
  4. Παρ’ όλες τις αντιδράσεις νεαρών Τουρκοκυπρίων, προχωρούν στη σύσταση συντονιστικής επιτροπής μεταξύ ψευδοκράτους και Τουρκίας.
  5. Προετοιμάζουν πολιτογράφηση με δικαίωμα ψήφου μεγάλου αριθμού εποίκων, πράγμα που θα αλλάξει τα όποια δεδομένα σε ένα πιθανό προσεχές δημοψήφισμα.
  6. Κάθε μέρα αυξάνει η εξάρτηση, κυρίως οικονομική, της κατεχόμενης περιοχής τόσο στον οικονομικό όσο και δημόσιο τομέα από την μητρόπολη Τουρκία. Δυστυχώς το κλίμα δεν μυρίζει επανένωση αλλά προσάρτηση.

Όλα αυτά είναι οι πραγματικότητες επί του εδάφους και δεν σας τα παραθέτω απλά για να μειώσω την αποφασιστικότητα ή θέληση μας για επιστροφή και για να κτίσουμε μια νέα Κύπρο για τα παιδιά μας, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Τα αναφέρω για να τονίσω πόσο αναγκαία είναι η ενότητα σκοπών και στόχων και πόση ζημιά μπορεί να γίνει από καλοπροαίρετες σίγουρα πρωτοβουλίες που δίδουν μια εικόνα πολυδιάσπασης μεταξύ μας μετά από 42 χρόνια ή ότι δεν έχουμε ιεραρχήσει σωστά τις προτεραιότητες μας.

Αν μου έλεγε κανείς να ποντάρω στις πιθανότητες για λύση ή αποτυχία, θα απαντούσα μάλλον απαισιόδοξα. Κι αυτό με βάση τη δική μου εμπειρία, το βαρύ μητρώο του παρελθόντος, τη σκληρή και άκαμπτη στάση της Τουρκίας, αλλά και η δική μας αδυναμία να αξιοποιήσουμε τις διεθνείς δυνατότητες και να σκεφτούμε ενωμένοι με όρους στρατηγικούς και να ζυγίσουμε: τι συμφέρει περισσότερο,

  • μια επένδυση στο μέλλον και τη νέα γενιά με τη θωράκιση της Ευρωπαϊκής συμμετοχής ή μια καθήλωση σε πρόσκαιρους κομματικούς υπολογισμούς;;;!!!
  • μια ακόμα – ίσως η τελευταία – προσπάθεια για λύση επανένωσης και Ομοσπονδίας ή μια νέα εκδοχή της «μικράς αλλά έντιμου Ελλάδος» που έλεγαν οι αντιβενιζελικοί που οδηγεί σε μια μίζερη διχοτομημένη Κύπρο και πιθανότατα σε προσάρτηση των Κατεχομένων από την Τουρκία χωρίς να λυτρώνεται η υπόλοιπη Κύπρος από τους τουρκικούς σχεδιασμούς;;;!!!
  • μια γενική συστράτευση για αξιοποίηση της διεθνούς συγκυρίας, της Ελλάδας και της ΕΕ για να αντισταθμίσουμε τη δύναμη της Τουρκίας, με δικές μας συμμαχίες και θέσεις, να αξιοποιήσουμε τις στρατηγικές και γεωπολιτικές δυνατότητες και να πλεύσουμε με τον άνεμο και όχι απέναντί του, ή μια επιστροφή στον καταγγελτικό λόγο εναντίον των «ξένων» που απεργάζονται την καταστροφή μας για να εξυπηρετήσουμε την ατζέντα των εσωτερικών μας κομματικών και οικονομικών αναγκών, ενός φρικτού κατεστημένου που έστησε καταφύγιο στα δεδομένα της τουρκικής κατοχής;;;!!!


Αγαπητοί φίλες και φίλοι,

Επιλέγω τη γραμμή της καθολικής, εθνικής επιστράτευσης για να κάνουμε ότι είναι ανθρωπίνως δυνατόν υπερβαίνοντας και τον εαυτό μας.

Η αντίστροφη μέτρηση για τη λύση του Κυπριακού, για τον τερματισμό της κατοχής και την απελευθέρωση του τόπου μας μπορεί και πρέπει να αρχίσει. Μπορούμε με τη δύναμη της λογικής και του καλώς νοούμενου ρεαλισμού, μπορούμε αν το θέλουμε και τονίζω, αν το θέλουμε, να μετατρέψουμε τους κόπους, τα βάσανα, τα άγχη, και τους αγώνες δεκαετιών για επιστροφή από μια χίμαιρα σε πολιτική πράξη, σε πραγματικότητα. Φτάνει να υπάρχει η βούληση.

Μπορούμε και πάλι, αν θέλουμε, πέρα από τις ομιλίες, τα μνημόσυνα και τα διαγγέλματα να στραφεί η ενέργεια μας περισσότερο προς το μέλλον, στην ανοικοδόμηση, τη δημιουργία, την ανάπτυξη και την ειρήνη.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες σας μιλώ για θετική προσέγγιση. Θέλω όμως να χρησιμοποιώ μετρημένα κάθε λέξη γιατί το μέτρο είναι πάντα άριστον.

Πρέπει να ζυγίζουμε τα δεδομένα, χωρίς να προεξοφλούμε εξελίξεις. Εμμονές και προκαταλήψεις δεν χωρούν πια. Ούτε όμως εξυπηρετούν οι υπέρμετρες προσδοκίες, ούτε οι παράλογοι ενθουσιασμοί χωρίς χειροπιαστά αποτελέσματα. Και για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, υπάρχουν σήμερα κάποια πολιτικά και γεωστρατηγικά δεδομένα στην περιοχή μας που γενικότερα συγκλίνουν υπέρ της επίλυσης του Κυπριακού.

Είναι αλήθεια ότι η Κύπρος σε συνθήκες επίλυσης του προβλήματος και επανένωσης αποτελεί μια όαση σταθερότητας όταν όλη η περιοχή που μας περιβάλλει χαρακτηρίζεται από πόλεμο, αστάθεια, ρευστότητα και τρομοκρατία. Υπάρχουν επίσης νέα δεδομένα που ευνοούν την επίλυση του Κυπριακού και που σχετίζονται με τις ενεργειακές πηγές της μεσογειακής λεκάνης. Λόγοι πολιτικοί και οικονομικοί δημιουργούν γεωστρατηγικές συνθήκες συνεργασίας και συναντίληψης.

Δεν παραβλέπω ότι υπήρξαν κι άλλες φορές στο παρελθόν θετικές συγκυρίες στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον που είτε δεν αξιοποιήθηκαν είτε δεν ήταν αρκετές για να οδηγήσουν σε λύση.

Όμως σήμερα υπάρχει η ιδιότητα της Κύπρου ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που κανονικά μπορεί και πρέπει να βοηθήσει στη σταθερότητα και την εφαρμογή της λύσης πάνω σε ευρωπαϊκές αρχές. Ακόμα, αυτή ακριβώς η ευρωπαϊκή διάσταση ενισχύει την ενότητα του κυπριακού κράτους και βοηθά στη λειτουργικότητα και οικονομική βιωσιμότητά του. Παρ’ όλα τα ελλείμματα που παρουσιάζει σήμερα η Ευρώπη, παρά το Brexit, ήταν και παραμένει για μας χώρος ασφάλειας και βάση για κράτος δικαίου.

Διανύουμε μια κρίσιμη περίοδο εντατικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Πρόεδρο Αναστασιάδη και τον Τ/κ ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί. Τα μηνύματα που έρχονται κοντά μας όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις είναι διφορούμενα. Άλλές φορές αντιλαμβανόμαστε ότι οι δύο συνεργάζονται αντί να αντιπαρατάσσονται γιατί έχουν το κοινό όραμα της ειρηνικής και ελεύθερης Κύπρου, άλλες φορές βλέπουμε να στοχεύεται η αναβάθμιση του ψευδοκράτους.

Είναι ξεκάθαρο όμως, ότι σε καίρια ζητήματα, δηλαδή ασφάλεια, αποχώρηση του κατοχικού στρατού, εποικισμός, επιστροφή εδαφών, περιουσιακό και φυσικά το θέμα των εγγυήσεων, η Τουρκία θα έχει τον τελευταίο λόγο. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να διαμορφώσουμε διεθνώς τις συνθήκες, αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο, προκειμένου να είμαστε σε θέση να ελέγξουμε τις ακριβείς προθέσεις και κινήσεις της. Γι’ αυτό το λόγο θα χρειαστεί να επιστρατεύσουμε την κατάλληλη ώρα - που ελπίζω να είναι κοντά- δύναμη, αποφασιστικότητα και ομοψυχία και να ενεργοποιήσουμε κάθε διαθέσιμο διπλωματικό μέσο.

Στις υπαρκτές δυσκολίες της διαπραγμάτευσης, θέση μου είναι ότι υπάρχει και πρέπει να αξιοποιηθεί το χαρτί της Αμμοχώστου, όχι ως μέσο για κατατεμασχισμό της προσπάθειας για τη συνολική επίλυση, αλλά ως εργαλείο για να τροφοδοτήσει την προσπάθεια για τη λύση.

Η Αμμόχωστος παραμένει ένα ισχυρό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης που κανονικά αποτελεί διεθνή υποχρέωση βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας 550 και 789 από πλευράς Τουρκίας, και της Δεύτερης Συμφωνίας Κορυφής του 1979 από πλευράς Τουρκοκυπρίων, δηλαδή η απόδοση της Αμμοχώστου στους νόμιμους κατοίκους της. Αντί αυτού, αλλά σαν ένα πρώτο βήμα, υπάρχει η πρόταση μας - και αυτή πιστεύω είναι τελείως ανώδυνη και αποτελεί μόνο ένα τεστ πραγματικών καλών προθέσεων - να επιτραπεί από την Τουρκία η είσοδος εμπειρογνωμόνων στην περιφραγμένη περιοχή για να συγκεντρώσουν στοιχεία και να κάνουν τη βασική προκαταρτική έρευνα και σχέδια ανοικοδόμησης.

Η πρόταση αυτή είναι απόλυτα εφικτή ανά πάσα στιγμή και δεν περιπλέκει πολιτικά και τεχνικά ζητήματα. Είναι ένα μέτρο που αγκαλιάζεται από την πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων της Αμμοχώστου και πρέπει και μπορεί να συνδυαστεί φυσιολογικά με το άνοιγμα του οδοφράγματος της Δερύνειας. Δυστυχώς η πρόταση αυτή αφέθη να ατονίσει από τον κ. Άιντα και τα Ηνωμένα Έθνη.


Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Οι επόμενοι μήνες είναι καθοριστικοί και πρέπει, περισσότερο από ποτέ να αγωνιστούμε όλοι εμείς και να καθοδηγήσουμε τις εξελίξεις γιατί τώρα μπορεί να είναι η ώρα της Λύσης. Ο τερματισμός της κατοχής και η επανένωση της πατρίδας μας είναι το μεγάλο χρέος της δικής μας γενιάς προς τα παιδιά μας.

Και για να το πετύχουμε αυτό οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε που πάμε και τι επιδιώκουμε μέσα από τη λύση. Και κυρίως, οφείλουμε να επιστρατεύσουμε ότι καλύτερο έχουμε ως λαός και πολιτική ηγεσία, για να υπηρετήσουμε τον κοινό ύψιστο εθνικό σκοπό: να τερματιστεί η τουρκική κατοχή και να λήξει το μακρόσυρτο μαρτύριο που στοίχισε τεράστιο πόνο σε τρεις γενιές Κυπρίων.

Σήμερα έχουμε την υποχρέωση μιας μεγάλης ανατροπής, να εμποδίσουμε τη διχοτόμηση και να οικοδομήσουμε μια Κύπρο που θα είναι γη της ευημερίας και της ανάπτυξης για όλους τους Κυπρίους, όπου ο κάθε πολίτης θα απολαμβάνει την ασφάλεια και τη σταθερότητα στα ίδια επίπεδα με όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς.

Στους Ευρωπαίους με την επίτευξη της λύσης έχουμε να προβάλουμε την επανενωμένη Κύπρο ως ένα διεθνές μοναδικό διεθνές παράδειγμα συμβίωσης και συνύπαρξης, όταν γύρω μας επιχειρούν να κυριαρχίσουν ιδεολογίες που μάχονται για τον θάνατο αντί τη ζωή, και προσπαθούν να διεισδύσουν στην Ευρώπη, με τυφλά τρομοκρατικά κτυπήματα πυο αναβιώνουν τον εθνικισμό και τον νεοναζισμό.

Μπορούμε να απευθυνθούμε στην ΕΕ και να ζητήσουμε να θωρακίσουν την επίλυση του Κυπριακού και το κράτος μέλος τους, με μια νέα συνθήκη ασφάλειας που θα αντικαταστήσει το αναχρονιστικό σύστημα των εγγυήσεων του ’60.

Στον εαυτό μας, με την αίσια έκβαση αυτής της προσπάθειας για λύση, έχουμε μια ευκαιρία εξιλέωσης και κάθαρσης, μια ευκαιρία για να λυτρωθούμε από την πρωτοφανή παρακμή ηθών και αξιών που οδήγησε την κοινωνία μας στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Είναι πια καιρός να ρίξουμε τις μάσκες και να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στο λαό. Δύο επιλογές υπάρχουν: Η μια είναι η λύση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας μέσα στα πλαίσια του ευρωπαϊκού δικαίου και της εφαρμογής ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών. Η άλλη επιλογή είναι η συνέχιση της σημερινής κατάστασης με ενίσχυση του καθεστώτος διχοτόμησης, ανεξαρτήτως του βαθμού της νομικής αναγνώρισης και με όλα τα παρεπόμενα και σχετιζόμενα με αυτά που θα οδηγήσει πιθανώς στην τελική προσάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία.

Θα ήταν παράλειψη σε όσα ανέφερα, εάν δεν άγγιζα ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα το οποίο σίγουρα επηρεάζει τις προοπτικές Λύσης του Κυπριακού, ανεξάρτητα αν ο κύριος αίτιος παραμένει η Τουρκία. Δυστυχώς, υπό το πρόσχημα της εισβολής και κατοχής, επιτρέψαμε μια συστηματική καταστροφή των ηθών αυτού του τόπου, τη δημιουργία ενός κατεστημένου διαφθοράς σε όλες τις εκφάνσεις της κυπριακής ζωής που έχει γίνει αιτία να χαθεί σε μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη του λαού προς το σύστημα και το Κράτος. Υπάρχει κόσμος που πιστεύει ότι όποια πέτρα και να σηκώσεις, θα βρεις από κάτω και ένα σκάνδαλο και ακόμα χειρότερα ότι υπάρχει συμπαιγνία που επιτρέπει την ατιμωρησία, ή ότι το δίχτυ της δικαιοσύνης λειτουργεί μόνο για τα μικρομεσαία ψάρια και έχει τεράστιες τρύπες για τα μεγάλα ψάρια. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η οργή της κοινωνίας που εκτρέφει τον λαϊκισμό ή ακόμα εκφράζεται με αδιαφορία και αποχή, σε βαθμό που η αποχή είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο κόμμα στην Κύπρο. Πολλοί πιστεύουν ότι η Κύπρος είναι για τα κόμματα αντί τα κόμματα για την Κύπρο και ότι το σύστημα δουλεύει με μαθηματική ακρίβεια για την κατάρρευση του Κράτους και τη φυγή των παιδιών μας στο εξωτερικό για ένα καλύτερο μέλλον.

Κάποιοι έχουν απομακρυνθεί από την ιδέα της Λύσης γιατί δεν μπορούν να διανοηθούν πώς μπορούμε να εργαζόμαστε για τα δίκαια του κυπριακού λαού αλλά να αδικούμε ο ένας τον άλλο μεταξύ μας συστηματικά και κατά συρροή.

Ίσως αν επιτευχθεί Λύση, πέραν της απαλλαγής από την Τουρκία και την τουρκική κατοχή, να δημιουργηθούν συνθήκες μιας νέας αρχής, ενός νέου ξεκινήματος, το κτίσιμο σταθερών θεσμών και την απαλλαγή από τη μιζέρια της διαπλοκής. Άραγε η Κύπρος, τα παιδιά μας δεν αξίζουν μια νέα αρχή και άραγε μπορούμε να πετύχουμε μια τέτοια νέα αρχή μέσα από τον εθισμό της διχοτόμησης και των πολλαπλών μνημοσύνων; Άραγε δεν πρέπει κάποτε να αντιληφθούμε ότι πατρίδα και Κράτος, τόσο σε εθνικό όσο και σε γεωγραφικό επίπεδο, δεν είναι το άθροισμα των συμφερόντων ενός έκαστου αλλά κάτι παραπάνω που λέγεται αγωγή του Πολίτη και πολιτισμός της Ιστορίας αλλά και μέλλον των παιδιών μας.

Δεν μπορώ να γνωρίζω αν θα φθάσουμε σε μια τελική διευθέτηση. Εάν φθάσει εκείνη η στιγμή, ο λαός πρέπει να γνωρίζει τα πραγματικά δεδομένα ώστε να μην χαθούμε σε ψευτοδιλήμματα προσωπικού ή κομματικού περιεχομένου γιατί σήμερα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι τα κόμματα είναι για την πατρίδα και όχι η πατρίδα για τα κόμματα και οι προσωπικές ατζέντες να παραμεριστούν επιτέλους. Φτάνει πλέον! Δεν σηκώνει άλλο!

Ή θα πορευτούμε το δρόμο της λύσης αν μας δοθεί ευκαιρία της έντιμης και βιώσιμης λύσης, ή θα καθηλωθούμε στην κατοχική και οικονομική μιζέρια. Δυστυχώς, για μια μεγάλη μερίδα των νέων ανθρώπων μας το δίλημμα είναι πλέον, Λύση ή μετανάστευση και έτσι η Κύπρος να καταστεί τελικά τόπος συνταξιούχων, δικών μας και ξένων. Μακάρι να ήμουν πιο αισιόδοξος. Θα το ήθελα πολύ και απολογούμαι που δεν είμαι αλλά δεν μπορώ.

Σας ευχαριστώ που με τιμάτε με την παρουσία σας.